The flight of the bumblebee.
Once upon a future there was a little bumblebee named Science who flew away from home to a distant flower to collect nectar for the production of honey.
It was quite the work and when it was finished the little bee stood to a nearby bush to rest and read it's favorite book, the flight algorithm.
But as soon as Science tried to fly away again discovered that her body in comparison to the capacity of its wings was not enought to overcome gravity.
So the little bee took a scissor cut off her wings and became an ant, peacefully living the rest of her life below ground.
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011
Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011
Tέλμα?
Τρέχω πατώντας πάνω σε φύλλα
ενώ μετεωρίζονται πάνω από την πάχνη της χλόης
πασχίζοντας να αναδείξω
την ευκολία ενός τυχαίου μεγαλείου
σπρώχνω την γη τρέξει
και αναδιπλώνεται και χάνεται
στο άπειρο ενός κοσμικού κενού
που μόλις γέμισε κροτίδες
στον πάτο μιας απέραντης λίμνης
βούτηξα και βρήκα ένα όστρακο
και άδραξα από μέσα του
το όνειρο της γούρνας να γίνει θάλασσα
πέταξα πάνω από κορφές
που λύγισαν από το βάρος της συνείδησης
και τίναξαν τα κλωνάρια τους
μέσα από την σιωπή μου
και όταν ξαπόστασα άξαφνα
και είδα αλυσίδες γύρω μου να πλέκουν
σφιχτά έκλεισα τα μάτια
και οι ψυχή μου άρχισε ξανά να τρέχει
και έγινα ένα με τα όλα
που το καθένα μόνο του
ήτανε λίγο από το τίποτα!
Τρέχω πατώντας πάνω σε φύλλα
ενώ μετεωρίζονται πάνω από την πάχνη της χλόης
πασχίζοντας να αναδείξω
την ευκολία ενός τυχαίου μεγαλείου
σπρώχνω την γη τρέξει
και αναδιπλώνεται και χάνεται
στο άπειρο ενός κοσμικού κενού
που μόλις γέμισε κροτίδες
στον πάτο μιας απέραντης λίμνης
βούτηξα και βρήκα ένα όστρακο
και άδραξα από μέσα του
το όνειρο της γούρνας να γίνει θάλασσα
πέταξα πάνω από κορφές
που λύγισαν από το βάρος της συνείδησης
και τίναξαν τα κλωνάρια τους
μέσα από την σιωπή μου
και όταν ξαπόστασα άξαφνα
και είδα αλυσίδες γύρω μου να πλέκουν
σφιχτά έκλεισα τα μάτια
και οι ψυχή μου άρχισε ξανά να τρέχει
και έγινα ένα με τα όλα
που το καθένα μόνο του
ήτανε λίγο από το τίποτα!
Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011
Ο αέρας που φύσηξε δίπλα μου
Σκέψεις πάλι βασανίζουν το μυαλό μου, σκέψεις προσδοκίας, ενότητας, ανανέωσης.
Νιώθω σαν ένα καράβι που ξώκειλε και το μόνο για το οποίο αξίζει πια, είναι τα παιδιά που, παίζουν ξεχασμένες ιστορίες στο μεγαλοπρεπές κουφάρι του.
Πεθύμησα να αρχίσω να ταξιδεύω πάλι στα μακρινά και άυλα μέρη του μυαλού μου, που τελευταία,κάθε συνθεσή του μοιάζει να θυμίζει κάποιο έργο ή ταινία χιλιοπαιγμένη ή σαν κάποια μυστική αναφορά στους εκλεκτούς λίγους.
Κάποτε ζωγράφισα σ'ένα γυαλί ένα κάβουρα που πλέον δεν γνωρίζω καν τι είναι, πόσο άλλαξα άραγε, πόσα έχασα γι αυτά που κέρδισα.
Θέλω να καθίσω για λίγο να ξεκουραστώ να θρυνήσω να απογοητευτώ.
Φυσάει κ ένα κόκκινο φύλλο πέφτει στον ώμο μου και μου θυμίζει πόσο λαχταρώ την άνοιξη.
Σηκώνομαι ξανά λοιπόν με το σπαθί μου έτοιμο κραδαίνωντας γερά όλα όσα είμαι, θα προχωρήσω ξανά πιο μπροστά από ότι ονειρευόμουν και σαν χελιδόνι θα ανηψωθώ ξανά μήπως με ακολουθήσει κανένας και φέρουμε όλοι μαζι πια στον τόπο τούτο τον βασανισμένο τον ήλιο.
Νιώθω σαν ένα καράβι που ξώκειλε και το μόνο για το οποίο αξίζει πια, είναι τα παιδιά που, παίζουν ξεχασμένες ιστορίες στο μεγαλοπρεπές κουφάρι του.
Πεθύμησα να αρχίσω να ταξιδεύω πάλι στα μακρινά και άυλα μέρη του μυαλού μου, που τελευταία,κάθε συνθεσή του μοιάζει να θυμίζει κάποιο έργο ή ταινία χιλιοπαιγμένη ή σαν κάποια μυστική αναφορά στους εκλεκτούς λίγους.
Κάποτε ζωγράφισα σ'ένα γυαλί ένα κάβουρα που πλέον δεν γνωρίζω καν τι είναι, πόσο άλλαξα άραγε, πόσα έχασα γι αυτά που κέρδισα.
Θέλω να καθίσω για λίγο να ξεκουραστώ να θρυνήσω να απογοητευτώ.
Φυσάει κ ένα κόκκινο φύλλο πέφτει στον ώμο μου και μου θυμίζει πόσο λαχταρώ την άνοιξη.
Σηκώνομαι ξανά λοιπόν με το σπαθί μου έτοιμο κραδαίνωντας γερά όλα όσα είμαι, θα προχωρήσω ξανά πιο μπροστά από ότι ονειρευόμουν και σαν χελιδόνι θα ανηψωθώ ξανά μήπως με ακολουθήσει κανένας και φέρουμε όλοι μαζι πια στον τόπο τούτο τον βασανισμένο τον ήλιο.
Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011
Το σκυλάκι
Ήταν έξω στην αυλή
ένα σκυλί μικρό
Κι όλο έψαχνε να βρεί
λίγο φαγητό
Όμως ήταν άσχημο
και βρώμικο πολύ
και για να το διώξω
που και που ξερό του πέταγα ψωμί
άσχημα του μίλαγα
το μάλωνα συχνά
και όλο εκείνο κούναγε
την μικρή ουρά
Φύγε βρε κοπρόσκυλο
για θα φάς κλωτσιά
Και μια νύχτα σκότεινη
με πολύ ερημιά
δύο τύποι αλλόκοτοι
ήρθαν για κλεψία
Και ο σκύλος ένιωσε
αύρα φονική
και γάβγισε και γάβγισε
για να μας φυλάξει και να φυλαχθεί
τότε το μαχαίρωσαν
και έμεινε εκεί
πάνω στον πεζόδρομο
δίπλα στο ψωμί
Κι εγώ που ξύπνησα
φώναξα ευθύς
σκάσε βρε κωλόσκυλο
εξυπνώ νωρίς
ένα σκυλί μικρό
Κι όλο έψαχνε να βρεί
λίγο φαγητό
Όμως ήταν άσχημο
και βρώμικο πολύ
και για να το διώξω
που και που ξερό του πέταγα ψωμί
άσχημα του μίλαγα
το μάλωνα συχνά
και όλο εκείνο κούναγε
την μικρή ουρά
Φύγε βρε κοπρόσκυλο
για θα φάς κλωτσιά
Και μια νύχτα σκότεινη
με πολύ ερημιά
δύο τύποι αλλόκοτοι
ήρθαν για κλεψία
Και ο σκύλος ένιωσε
αύρα φονική
και γάβγισε και γάβγισε
για να μας φυλάξει και να φυλαχθεί
τότε το μαχαίρωσαν
και έμεινε εκεί
πάνω στον πεζόδρομο
δίπλα στο ψωμί
Κι εγώ που ξύπνησα
φώναξα ευθύς
σκάσε βρε κωλόσκυλο
εξυπνώ νωρίς
Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011
Επι-τέλους
Έξω βρέχει, σημάδι ότι το φθινώπορο μπήκε και μαζί με αυτό σκέψεις, σκέψεις για το μέλλον, για το παρόν, για το παρελθόν άρρηκτα ασυνένδετα μεταξύ τους, σαν φύλλα από γειτονικά δένδρα που το ένα έπεσε στο άλλο και πάει λέγοντας, συνθέτωντας μια αναπάντεχα ομοιόμορφη ανομοιομορφία!
Έξω βρέχει και δυστυχώς δεν το βλέπει κανείς.
Έξω βρέχει και δυστυχώς δεν το βλέπει κανείς.
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Πάνω κάτω
-----------------------> / ^--------------------\
/ \
/ ---------->
------------------------> <----------
<----------------------
Νομίζω πάνω, αλλά το βλέπω από δεξιά καθισμένος ανάσκελα αριστερόστροφα.
/ \
/ ---------->
------------------------> <----------
<----------------------
Νομίζω πάνω, αλλά το βλέπω από δεξιά καθισμένος ανάσκελα αριστερόστροφα.
Τρίτη 31 Αυγούστου 2010
Θύελλα
Κραξ κραξ, χρουτς χρουτς λίγα μικρά βήματα, μετά λίγα μικρότερα, στο τελευταίο η τριβή τον σταμάτησε, προσπάθησε να συνεχίσει, φύλλα και χώμα έγιναν ένα, μια αχώριστη δύναμη με μοναδικό σκοπό να τον σταματήσει.
Ιδρώτας έτρεξε από το μετωπό του στο έδαφος, το κορμί του συσπάστηκε,η αναπνοή του συντονίστηκε, προσπάθησε να κάνει άλλο ένα βήμα άλλα μάταια.
Το δάσος γύρω του τον περιέκλειε, ένιωσε να βαραίνει, ένα βάρος αλλόκοτο,στο σώμα ή μήπως στην ψυχή, όπως τότε, τότε που... αλλά γιατί να τα σκέφτεται τώρα αυτά, σήκωσε το βλέμμα ψάχνοντας κάπου να βαστήξει, ένα πουλί, ένα έντομο, τίποτα, ήταν μόνος ... κανένα πρόσωπο συμπαράστασης, κάτι που να συνδεθεί και να νιώσει πως τον καταλαβαίνει.
Γονάτισε , το παλιό τζιν ακούμπησε την νωπή λάσπη και μούσκεψε στα γόνατα, η αίσθηση δε του άρεσε καθόλου, ένιωσε γυμνός, απροστάτευτος.
Έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του και το κοίταξε προσεκτικά, γιατί δε το φορούσε ποτέ άραγε. Είχε περάσει μία ώρα από τότε που το ξανακοίταξε.
Το παλιό πεύκο στεκόταν μπροστά του όπως και τότε, αριστερά κάτω δίπλα στην ροζιασμένη του μεγάλη ρίζα φαινόταν η απαλή προεξοχή του εδάφους του αναστατωμένου από τα χέρια ανθρώπου, ήταν λίγα εκατοστά μπροστά του, το μικρό κουτί με κολατσιό που είχε θάψει χρόνια πριν, τότε που ήταν παιδιά.
Ένας κόμπος έκατσε στο λαιμό του, με βίαιες κινήσεις παραμέρισε τις αμέτρητες πευκοβελόνες. Το δεξί του χέρι άρχισε να ξεθάβει , μικρές πετρούλες τρύπωσαν κάτω από τα νύχια του, επιτέλους η φιγούρα του παλιού σχολικού που ήταν ζωγραφισμένη στο κουτί φάνηκε, τόσο θαμπή και όμως τόσο ξεκάθαρη.
Το άνοιξε όσο προσεκτικά μπορούσε. Μέσα υπήρχε ακόμα ρυτιδιασμένη η φωτογραφία από την υγρασία.
Την κοίταξε και ανεπαίσθητα αρχικά ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του και μετά ένα δεύτερο και ένα τρίτο. Ήταν οι δύο τους χαρούμενοι αγκαλιασμένοι ώμο με ώμο, πόσα χρόνια είχε να συμβεί ξανά αλήθεια αυτό.
Έκλεισε το κουτί, ήταν αργά και σκοτείνιαζε, έπρεπε να γυρίσει.
Όσο για το κουτί, καλύτερα να έμενε εκεί, ίσως κάποτε να το έβρισκε κάποιος και να μάθαινε πως οι δύο αυτοί άνθρωποι ήταν ευτυχησμένοι, ναι καλύτερα έτσι καλύτερα να μην ξέραν τι τους επιφύλαξε το παραμύθι που λεν ζωή.
Ιδρώτας έτρεξε από το μετωπό του στο έδαφος, το κορμί του συσπάστηκε,η αναπνοή του συντονίστηκε, προσπάθησε να κάνει άλλο ένα βήμα άλλα μάταια.
Το δάσος γύρω του τον περιέκλειε, ένιωσε να βαραίνει, ένα βάρος αλλόκοτο,στο σώμα ή μήπως στην ψυχή, όπως τότε, τότε που... αλλά γιατί να τα σκέφτεται τώρα αυτά, σήκωσε το βλέμμα ψάχνοντας κάπου να βαστήξει, ένα πουλί, ένα έντομο, τίποτα, ήταν μόνος ... κανένα πρόσωπο συμπαράστασης, κάτι που να συνδεθεί και να νιώσει πως τον καταλαβαίνει.
Γονάτισε , το παλιό τζιν ακούμπησε την νωπή λάσπη και μούσκεψε στα γόνατα, η αίσθηση δε του άρεσε καθόλου, ένιωσε γυμνός, απροστάτευτος.
Έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του και το κοίταξε προσεκτικά, γιατί δε το φορούσε ποτέ άραγε. Είχε περάσει μία ώρα από τότε που το ξανακοίταξε.
Το παλιό πεύκο στεκόταν μπροστά του όπως και τότε, αριστερά κάτω δίπλα στην ροζιασμένη του μεγάλη ρίζα φαινόταν η απαλή προεξοχή του εδάφους του αναστατωμένου από τα χέρια ανθρώπου, ήταν λίγα εκατοστά μπροστά του, το μικρό κουτί με κολατσιό που είχε θάψει χρόνια πριν, τότε που ήταν παιδιά.
Ένας κόμπος έκατσε στο λαιμό του, με βίαιες κινήσεις παραμέρισε τις αμέτρητες πευκοβελόνες. Το δεξί του χέρι άρχισε να ξεθάβει , μικρές πετρούλες τρύπωσαν κάτω από τα νύχια του, επιτέλους η φιγούρα του παλιού σχολικού που ήταν ζωγραφισμένη στο κουτί φάνηκε, τόσο θαμπή και όμως τόσο ξεκάθαρη.
Το άνοιξε όσο προσεκτικά μπορούσε. Μέσα υπήρχε ακόμα ρυτιδιασμένη η φωτογραφία από την υγρασία.
Την κοίταξε και ανεπαίσθητα αρχικά ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του και μετά ένα δεύτερο και ένα τρίτο. Ήταν οι δύο τους χαρούμενοι αγκαλιασμένοι ώμο με ώμο, πόσα χρόνια είχε να συμβεί ξανά αλήθεια αυτό.
Έκλεισε το κουτί, ήταν αργά και σκοτείνιαζε, έπρεπε να γυρίσει.
Όσο για το κουτί, καλύτερα να έμενε εκεί, ίσως κάποτε να το έβρισκε κάποιος και να μάθαινε πως οι δύο αυτοί άνθρωποι ήταν ευτυχησμένοι, ναι καλύτερα έτσι καλύτερα να μην ξέραν τι τους επιφύλαξε το παραμύθι που λεν ζωή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
